Επιτυγχάνεται η διεθνοποίηση του γιουάν και τη δημιουργία ενός χρηματοπιστωτικού οικοσυστήματος που θα μπορεί να λειτουργεί με μικρότερη εξάρτηση από το δολάριο
Η απόφαση της Λαϊκής Τράπεζας της Κίνας (PBOC) να ορίσει τη Deutsche Bank ως την πρώτη μη κινεζική τράπεζα που αναλαμβάνει ρόλο εκκαθαριστή σε γιουάν στην Ευρώπη αποτελεί μια εξέλιξη με πολύ μεγαλύτερη σημασία από μια ακόμη τραπεζική συμφωνία.
Σε πρώτη ανάγνωση, πρόκειται για μια πρακτική κίνηση που διευκολύνει τις πληρωμές μεταξύ ευρωπαϊκών και κινεζικών επιχειρήσεων.
Σε δεύτερο επίπεδο, όμως, εντάσσεται σε μια μακροχρόνια στρατηγική του Πεκίνου: τη διεθνοποίηση του γιουάν και τη δημιουργία ενός χρηματοπιστωτικού οικοσυστήματος που θα μπορεί να λειτουργεί με μικρότερη εξάρτηση από το δολάριο.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το γιουάν βρίσκεται κοντά στο να αντικαταστήσει το δολάριο ως παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα.
Η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη: Η σημασία της συγκεκριμένης κίνησης βρίσκεται κυρίως στο γεγονός ότι προστίθεται ένα ακόμη κομμάτι στην υποδομή ενός περισσότερο πολυκεντρικού διεθνούς νομισματικού συστήματος.

Από το εμπόριο στο clearing
Η διεθνοποίηση ενός νομίσματος δεν πραγματοποιείται με μια πολιτική ανακοίνωση: Χρειάζεται υποδομή.
Μια επιχείρηση που θέλει να χρησιμοποιεί ένα νόμισμα διεθνώς χρειάζεται τράπεζες που μπορούν να το διακανονίσουν, χρηματοπιστωτικές αγορές στις οποίες μπορεί να επενδύσει τα διαθέσιμά της, μηχανισμούς πληρωμών, αγορά ομολόγων και επαρκή ρευστότητα.
Ακριβώς εδώ αποκτά σημασία ο ρόλος τον οποίο έχει να διαδραματίσει η Deutsche Bank.
Η γερμανική τράπεζα λειτουργεί ως «γέφυρα» ανάμεσα στο ευρωπαϊκό και το κινεζικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Για ευρωπαϊκές επιχειρήσεις που έχουν εμπορικές ή επενδυτικές σχέσεις με την Κίνα, η δυνατότητα ευκολότερου διακανονισμού σε γιουάν μπορεί να μειώσει το λεγόμενο «currency friction», δηλαδή την ανάγκη συνεχών μετατροπών μεταξύ ευρώ, δολαρίου και γιουάν.
Το ίδιο ισχύει και αντίστροφα. Κινεζικές επιχειρήσεις που επενδύουν στην Ευρώπη ή πραγματοποιούν εμπορικές συναλλαγές μπορούν να παραμείνουν περισσότερο μέσα στο οικοσύστημα του γιουάν (RMB).
Αυτό μπορεί να φαίνεται τεχνικό, αλλά τα νομισματικά συστήματα χτίζονται ακριβώς από τέτοιες τεχνικές υποδομές.

CIPS: Η δεύτερη (ενδιαφέρουσα) πλευρά της ιστορίας
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι η Deutsche Bank συμμετέχει ήδη από το 2015 άμεσα στο Cross-Border Interbank Payment System (CIPS) της Κίνας.
Το CIPS αποτελεί βασικό πυλώνα της προσπάθειας του Πεκίνου να δημιουργήσει μια πιο αυτόνομη υποδομή για τις διεθνείς πληρωμές σε γιουάν.
Δεν πρέπει να ταυτίζεται απόλυτα με το SWIFT.
Το SWIFT είναι πρωτίστως δίκτυο χρηματοπιστωτικών μηνυμάτων, ενώ το CIPS αποτελεί υποδομή για διασυνοριακές πληρωμές και εκκαθάριση σε RMB.
Ωστόσο, η στρατηγική σημασία τους συνδέεται: η Κίνα θέλει το δικό της νόμισμα να συνοδεύεται από δίκτυα πληρωμών που δεν εξαρτώνται αποκλειστικά από τις δυτικές χρηματοπιστωτικές υποδομές.
Η σημασία αυτής της προσπάθειας έγινε ιδιαίτερα εμφανής μετά το 2022.
Οι κυρώσεις κατά της Ρωσίας έδειξαν ότι η πρόσβαση στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα δεν αποτελεί μόνο οικονομικό εργαλείο αλλά και γεωπολιτικό μέσο.
Για το Πεκίνο, επομένως, η δημιουργία εναλλακτικών υποδομών δεν είναι απλώς ζήτημα εμπορικής διευκόλυνσης. Είναι και ζήτημα στρατηγικής αυτονομίας.
Δεν μιλάμε (ακόμη) για αντικατάσταση του δολαρίου
Εδώ χρειάζεται να αποφύγουμε μια συνηθισμένη υπερβολή.
Η διεθνοποίηση του γιουάν δεν σημαίνει αυτομάτως αποδολαριοποίηση.
Το δολάριο εξακολουθεί να διαθέτει ένα τεράστιο πλεονέκτημα κλίμακας.
Οι αμερικανικές αγορές ομολόγων και μετοχών έχουν τεράστιο βάθος, η αγορά αμερικανικών κρατικών ομολόγων αποτελεί βασικό αποθεματικό περιουσιακό στοιχείο και ένα τεράστιο μέρος της παγκόσμιας χρηματοδότησης, των εμπορευμάτων και των παραγώγων εξακολουθεί να συνδέεται με το αμερικανικό νόμισμα.
Το σημαντικότερο όμως είναι ότι το δολάριο δεν είναι απλώς νόμισμα. Είναι ο πυρήνας ενός ολόκληρου χρηματοπιστωτικού οικοσυστήματος.
Γι' αυτό η σωστή περιγραφή της σημερινής τάσης δεν είναι «USD εναντίον RMB».
Είναι περισσότερο: μονοπολικό νομισματικό σύστημα vs περισσότερο πολυκεντρικό νομισματικό σύστημα.
Το γιουάν μπορεί να αυξήσει το διεθνές του αποτύπωμα χωρίς να χρειάζεται να εκτοπίσει το δολάριο.

Το μεγάλο κινεζικό στοίχημα
Η στρατηγική του Πεκίνου μπορεί να περιγραφεί ως μια αλυσίδα: εμπόριο → πληρωμές → clearing → χρηματοδότηση → κεφαλαιαγορές → αποθεματικό νόμισμα.
Η Κίνα έχει ήδη ένα τεράστιο πλεονέκτημα: αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους εμπορικούς εταίρους στον κόσμο με θηριώδες εξαγωγικό πλεόνασμα πάνω από 1,2 τρισ. δολ. για το 2025.
Το επόμενο βήμα είναι να πείσει περισσότερους εμπορικούς εταίρους να διατηρούν μέρος των εσόδων τους σε γιουάν.
Εδώ αποκτά σημασία και η πρωτοβουλία Belt and Road.
Εάν μια χώρα αγοράζει κινεζικά προϊόντα, δέχεται κινεζικές επενδύσεις, χρηματοδοτεί υποδομές με κινεζικό κεφάλαιο και ταυτόχρονα εξάγει προϊόντα ή πρώτες ύλες στην Κίνα, υπάρχει ένας φυσικός λόγος να διατηρεί RMB.
Έτσι δημιουργείται ένας κύκλος: κινεζικό εμπόριο → RMB → κινεζικά assets → επενδύσεις → περισσότερο εμπόριο.
Όσο μεγαλύτερος γίνεται αυτός ο κύκλος, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η διεθνής ζήτηση για το κινεζικό νόμισμα.

Και τότε εμφανίζεται ο χρυσός…
Εδώ βρίσκεται το πιο ενδιαφέρον κομμάτι της ευρύτερης νομισματικής ιστορίας.
Η άνοδος του RMB συνδέεται με τον χρυσό και την ιδέα ενός «Χρυσού Γιουάν».
Η υπόθεση αυτή χρειάζεται προσεκτική διατύπωση.
Δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ότι η Κίνα ετοιμάζει ένα νέο κανόνα του χρυσού (gold standard) ή ότι πρόκειται να καταστήσει το renminbi μετατρέψιμο σε χρυσό σε προκαθορισμένη ισοτιμία.
Υπάρχει, όμως, μια πολύ σημαντική εξέλιξη: οι κεντρικές τράπεζες, με την Κίνα μεταξύ των σημαντικών αγοραστών, έχουν αυξήσει τη σημασία του χρυσού στα αποθεματικά τους.
Ο χρυσός έχει ένα μοναδικό χαρακτηριστικό: δεν αποτελεί υποχρέωση κάποιας άλλης χώρας.
Ένα αμερικανικό ομόλογο είναι υποχρέωση του αμερικανικού Δημοσίου.
Ένα κρατικό ομόλογο είναι υποχρέωση του εκδότη του.
Ο χρυσός, αντίθετα, δεν έχει πιστωτικό αντισυμβαλλόμενο.
Σε έναν κόσμο όπου οι γεωπολιτικές εντάσεις αυξάνονται και οι χώρες επιδιώκουν μεγαλύτερη διαφοροποίηση των αποθεματικών τους, αυτό αποκτά ιδιαίτερη αξία.
Το «Χρυσό Γιουάν» δεν χρειάζεται να σημαίνει κανόνα του χρυσού
Η πιο ενδιαφέρουσα εκδοχή της θεωρίας δεν είναι ότι το RMB θα γίνει «χρυσό νόμισμα».
Είναι ότι μπορεί να δημιουργηθεί ένα οικοσύστημα όπου το RMB, ο χρυσός και οι κινεζικές χρηματοπιστωτικές αγορές συνδέονται στενότερα.
Η Κίνα διαθέτει σημαντικές υποδομές στην αγορά χρυσού, ενώ το Shanghai Gold Exchange έχει εξελιχθεί σε κομβικό σημείο της παγκόσμιας αγοράς του πολύτιμου μετάλλου.
Εάν παράλληλα αυξάνεται η διεθνής χρήση του RMB, τότε ο χρυσός μπορεί να λειτουργήσει ως ένα ουδέτερο αποθεματικό περιουσιακό στοιχείο μέσα σε ένα ευρύτερο κινεζικό χρηματοπιστωτικό οικοσύστημα.
Αυτό είναι πολύ διαφορετικό από έναν κανόνα του χρυσού αλλά ενδεχομένως πολύ πιο ρεαλιστικό.

Το μεγαλύτερο εμπόδιο είναι η ίδια η Κίνα
Υπάρχει όμως ένα σημαντικό πρόβλημα.
Για να γίνει ένα νόμισμα πραγματικό παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα, δεν αρκεί να χρησιμοποιείται στις εμπορικές συναλλαγές.
Οι διεθνείς επενδυτές πρέπει να μπορούν να αγοράζουν, να επενδύουν και να αποσύρουν κεφάλαια με μεγάλη ευκολία.
Εδώ η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικούς περιορισμούς στην κίνηση κεφαλαίων.
Αυτό δημιουργεί μια θεμελιώδη αντίφαση.
Το Πεκίνο θέλει να διεθνοποιήσει το γιουάν, αλλά ταυτόχρονα θέλει να διατηρεί μεγάλο βαθμό ελέγχου πάνω στη χρηματοπιστωτική του αγορά.
Όσο αυτή η ισορροπία παραμένει, είναι δύσκολο το γιουάν να αποκτήσει την ίδια λειτουργία με το δολάριο.
Το RMB μπορεί, ωστόσο, να γίνει ένα εξαιρετικά σημαντικό νόμισμα εμπορίου και χρηματοδότησης χωρίς να γίνει το κυρίαρχο παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα.
Η Ευρώπη είναι αντιμέτωπη με μια ενδιαφέρουσα αντίφαση
Η είσοδος της Deutsche Bank σε αυτόν τον ρόλο αποκαλύπτει και ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό δίλημμα.
Η Γερμανία και η Ευρωπαϊκή Ένωση θέλουν να μειώσουν στρατηγικές εξαρτήσεις από την Κίνα.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μπορούν ή θέλουν να εγκαταλείψουν τις εμπορικές σχέσεις με τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου.
Έτσι, το ευρωπαϊκό «de-risking» (απομείωση του ρίσκου) δεν σημαίνει απαραίτητα «decoupling» (αποσύνδεση).
Η Ευρώπη μπορεί ταυτόχρονα να μειώνει ορισμένες στρατηγικές εξαρτήσεις και να δημιουργεί καλύτερες χρηματοπιστωτικές υποδομές για τις εμπορικές σχέσεις που εξακολουθούν να υπάρχουν.
Η Deutsche Bank βρίσκεται ακριβώς σε αυτό το σημείο τομής.
Οι τέσσερις κρίσιμες εξελίξεις
Η πραγματική σημασία της εξέλιξης θα φανεί όχι από την ίδια την ανακοίνωση αλλά από το τι θα ακολουθήσει.
Πρώτον, θα πρέπει να παρακολουθήσουμε το μερίδιο του RMB στο διεθνές εμπόριο και στις διασυνοριακές πληρωμές.
Δεύτερον, την ανάπτυξη του CIPS και τη συμμετοχή περισσότερων ξένων τραπεζών.
Τρίτον, την εξέλιξη των ομολόγων σε γιουάν και γενικότερα των κινεζικών assets που αγοράζουν ξένοι επενδυτές.
Τέταρτον, τη χρήση του γιουάν στην τιμολόγηση commodities (εμπορευμάτων).
Αυτό θα ήταν πολύ σημαντικότερο βήμα από την ίδια την είσοδο μιας ευρωπαϊκής τράπεζας στο clearing.
Και πέμπτον, τον χρυσό.
Εάν συνεχιστεί η τάση των κεντρικών τραπεζών να αυξάνουν τα αποθέματα χρυσού, ενώ παράλληλα μειώνεται σταδιακά η σχετική εξάρτηση από το δολάριο, τότε η θέση του χρυσού ως «ουδέτερου» reserve asset θα ενισχυθεί περαιτέρω.
Ποια είναι η «μεγάλη εικόνα» για τη νομισματική πολιτική
Η Deutsche Bank δεν αποτελεί από μόνη της απειλή για το δολάριο.
Αποτελεί όμως ένα ακόμη κομμάτι μιας πολύ μεγαλύτερης διαδικασίας.
Η Κίνα δεν χρειάζεται να αντικαταστήσει το δολάριο για να αλλάξει το παγκόσμιο νομισματικό σύστημα.
Αρκεί να δημιουργήσει ένα αρκετά μεγάλο εναλλακτικό οικοσύστημα γύρω από το RMB, το CIPS, το κινεζικό εμπόριο, τις αγορές κεφαλαίου και, δυνητικά, τον χρυσό.
Αυτό οδηγεί σε μια διαφορετική εικόνα από την κλασική αφήγηση της «πτώσης του δολαρίου».
Η πιο πιθανή εξέλιξη είναι μια σταδιακή μετάβαση από ένα σύστημα όπου το δολάριο βρίσκεται σχεδόν παντού στο κέντρο, σε ένα σύστημα όπου υπάρχουν περισσότερα νομισματικά και χρηματοπιστωτικά κέντρα.
USD, EUR, RMB και χρυσός μπορεί να αποκτήσουν διαφορετικούς ρόλους μέσα σε αυτή τη νέα αρχιτεκτονική.
Το κρίσιμο ερώτημα για την επόμενη δεκαετία, επομένως, δεν είναι αν το RMB θα «καταστρέψει» το δολάριο. Αυτό είναι μάλλον απίθανο.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι πόσο μεγάλο μέρος του παγκόσμιου εμπορίου, της χρηματοδότησης και των αποθεματικών θα μπορεί να πραγματοποιείται χωρίς να χρειάζεται υποχρεωτικά να περάσει από το δολαριακό σύστημα.
Εάν η απάντηση είναι «όλο και περισσότερο», τότε η σημερινή εξέλιξη με τη Deutsche Bank μπορεί να αποδειχθεί, εκ των υστέρων, πολύ πιο σημαντική από όσο φαίνεται σήμερα.
Και σε αυτό το σενάριο ο χρυσός ίσως αποτελέσει τον πιο ενδιαφέροντα συνδετικό κρίκο: όχι ως επιστροφή στον κλασικό κανόνα του χρυσού, αλλά ως ένα ουδέτερο αποθεματικό περιουσιακό στοιχείο σε έναν κόσμο όπου καμία μεγάλη δύναμη δεν θέλει πλέον να εξαρτάται απόλυτα από το νόμισμα μιας άλλης.
www.bankingnews.gr
Σε πρώτη ανάγνωση, πρόκειται για μια πρακτική κίνηση που διευκολύνει τις πληρωμές μεταξύ ευρωπαϊκών και κινεζικών επιχειρήσεων.
Σε δεύτερο επίπεδο, όμως, εντάσσεται σε μια μακροχρόνια στρατηγική του Πεκίνου: τη διεθνοποίηση του γιουάν και τη δημιουργία ενός χρηματοπιστωτικού οικοσυστήματος που θα μπορεί να λειτουργεί με μικρότερη εξάρτηση από το δολάριο.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το γιουάν βρίσκεται κοντά στο να αντικαταστήσει το δολάριο ως παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα.
Η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη: Η σημασία της συγκεκριμένης κίνησης βρίσκεται κυρίως στο γεγονός ότι προστίθεται ένα ακόμη κομμάτι στην υποδομή ενός περισσότερο πολυκεντρικού διεθνούς νομισματικού συστήματος.

Από το εμπόριο στο clearing
Η διεθνοποίηση ενός νομίσματος δεν πραγματοποιείται με μια πολιτική ανακοίνωση: Χρειάζεται υποδομή.
Μια επιχείρηση που θέλει να χρησιμοποιεί ένα νόμισμα διεθνώς χρειάζεται τράπεζες που μπορούν να το διακανονίσουν, χρηματοπιστωτικές αγορές στις οποίες μπορεί να επενδύσει τα διαθέσιμά της, μηχανισμούς πληρωμών, αγορά ομολόγων και επαρκή ρευστότητα.
Ακριβώς εδώ αποκτά σημασία ο ρόλος τον οποίο έχει να διαδραματίσει η Deutsche Bank.
Η γερμανική τράπεζα λειτουργεί ως «γέφυρα» ανάμεσα στο ευρωπαϊκό και το κινεζικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Για ευρωπαϊκές επιχειρήσεις που έχουν εμπορικές ή επενδυτικές σχέσεις με την Κίνα, η δυνατότητα ευκολότερου διακανονισμού σε γιουάν μπορεί να μειώσει το λεγόμενο «currency friction», δηλαδή την ανάγκη συνεχών μετατροπών μεταξύ ευρώ, δολαρίου και γιουάν.
Το ίδιο ισχύει και αντίστροφα. Κινεζικές επιχειρήσεις που επενδύουν στην Ευρώπη ή πραγματοποιούν εμπορικές συναλλαγές μπορούν να παραμείνουν περισσότερο μέσα στο οικοσύστημα του γιουάν (RMB).
Αυτό μπορεί να φαίνεται τεχνικό, αλλά τα νομισματικά συστήματα χτίζονται ακριβώς από τέτοιες τεχνικές υποδομές.

CIPS: Η δεύτερη (ενδιαφέρουσα) πλευρά της ιστορίας
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι η Deutsche Bank συμμετέχει ήδη από το 2015 άμεσα στο Cross-Border Interbank Payment System (CIPS) της Κίνας.
Το CIPS αποτελεί βασικό πυλώνα της προσπάθειας του Πεκίνου να δημιουργήσει μια πιο αυτόνομη υποδομή για τις διεθνείς πληρωμές σε γιουάν.
Δεν πρέπει να ταυτίζεται απόλυτα με το SWIFT.
Το SWIFT είναι πρωτίστως δίκτυο χρηματοπιστωτικών μηνυμάτων, ενώ το CIPS αποτελεί υποδομή για διασυνοριακές πληρωμές και εκκαθάριση σε RMB.
Ωστόσο, η στρατηγική σημασία τους συνδέεται: η Κίνα θέλει το δικό της νόμισμα να συνοδεύεται από δίκτυα πληρωμών που δεν εξαρτώνται αποκλειστικά από τις δυτικές χρηματοπιστωτικές υποδομές.
Η σημασία αυτής της προσπάθειας έγινε ιδιαίτερα εμφανής μετά το 2022.
Οι κυρώσεις κατά της Ρωσίας έδειξαν ότι η πρόσβαση στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα δεν αποτελεί μόνο οικονομικό εργαλείο αλλά και γεωπολιτικό μέσο.
Για το Πεκίνο, επομένως, η δημιουργία εναλλακτικών υποδομών δεν είναι απλώς ζήτημα εμπορικής διευκόλυνσης. Είναι και ζήτημα στρατηγικής αυτονομίας.
Δεν μιλάμε (ακόμη) για αντικατάσταση του δολαρίου
Εδώ χρειάζεται να αποφύγουμε μια συνηθισμένη υπερβολή.
Η διεθνοποίηση του γιουάν δεν σημαίνει αυτομάτως αποδολαριοποίηση.
Το δολάριο εξακολουθεί να διαθέτει ένα τεράστιο πλεονέκτημα κλίμακας.
Οι αμερικανικές αγορές ομολόγων και μετοχών έχουν τεράστιο βάθος, η αγορά αμερικανικών κρατικών ομολόγων αποτελεί βασικό αποθεματικό περιουσιακό στοιχείο και ένα τεράστιο μέρος της παγκόσμιας χρηματοδότησης, των εμπορευμάτων και των παραγώγων εξακολουθεί να συνδέεται με το αμερικανικό νόμισμα.
Το σημαντικότερο όμως είναι ότι το δολάριο δεν είναι απλώς νόμισμα. Είναι ο πυρήνας ενός ολόκληρου χρηματοπιστωτικού οικοσυστήματος.
Γι' αυτό η σωστή περιγραφή της σημερινής τάσης δεν είναι «USD εναντίον RMB».
Είναι περισσότερο: μονοπολικό νομισματικό σύστημα vs περισσότερο πολυκεντρικό νομισματικό σύστημα.
Το γιουάν μπορεί να αυξήσει το διεθνές του αποτύπωμα χωρίς να χρειάζεται να εκτοπίσει το δολάριο.

Το μεγάλο κινεζικό στοίχημα
Η στρατηγική του Πεκίνου μπορεί να περιγραφεί ως μια αλυσίδα: εμπόριο → πληρωμές → clearing → χρηματοδότηση → κεφαλαιαγορές → αποθεματικό νόμισμα.
Η Κίνα έχει ήδη ένα τεράστιο πλεονέκτημα: αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους εμπορικούς εταίρους στον κόσμο με θηριώδες εξαγωγικό πλεόνασμα πάνω από 1,2 τρισ. δολ. για το 2025.
Το επόμενο βήμα είναι να πείσει περισσότερους εμπορικούς εταίρους να διατηρούν μέρος των εσόδων τους σε γιουάν.
Εδώ αποκτά σημασία και η πρωτοβουλία Belt and Road.
Εάν μια χώρα αγοράζει κινεζικά προϊόντα, δέχεται κινεζικές επενδύσεις, χρηματοδοτεί υποδομές με κινεζικό κεφάλαιο και ταυτόχρονα εξάγει προϊόντα ή πρώτες ύλες στην Κίνα, υπάρχει ένας φυσικός λόγος να διατηρεί RMB.
Έτσι δημιουργείται ένας κύκλος: κινεζικό εμπόριο → RMB → κινεζικά assets → επενδύσεις → περισσότερο εμπόριο.
Όσο μεγαλύτερος γίνεται αυτός ο κύκλος, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η διεθνής ζήτηση για το κινεζικό νόμισμα.

Και τότε εμφανίζεται ο χρυσός…
Εδώ βρίσκεται το πιο ενδιαφέρον κομμάτι της ευρύτερης νομισματικής ιστορίας.
Η άνοδος του RMB συνδέεται με τον χρυσό και την ιδέα ενός «Χρυσού Γιουάν».
Η υπόθεση αυτή χρειάζεται προσεκτική διατύπωση.
Δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ότι η Κίνα ετοιμάζει ένα νέο κανόνα του χρυσού (gold standard) ή ότι πρόκειται να καταστήσει το renminbi μετατρέψιμο σε χρυσό σε προκαθορισμένη ισοτιμία.
Υπάρχει, όμως, μια πολύ σημαντική εξέλιξη: οι κεντρικές τράπεζες, με την Κίνα μεταξύ των σημαντικών αγοραστών, έχουν αυξήσει τη σημασία του χρυσού στα αποθεματικά τους.
Ο χρυσός έχει ένα μοναδικό χαρακτηριστικό: δεν αποτελεί υποχρέωση κάποιας άλλης χώρας.
Ένα αμερικανικό ομόλογο είναι υποχρέωση του αμερικανικού Δημοσίου.
Ένα κρατικό ομόλογο είναι υποχρέωση του εκδότη του.
Ο χρυσός, αντίθετα, δεν έχει πιστωτικό αντισυμβαλλόμενο.
Σε έναν κόσμο όπου οι γεωπολιτικές εντάσεις αυξάνονται και οι χώρες επιδιώκουν μεγαλύτερη διαφοροποίηση των αποθεματικών τους, αυτό αποκτά ιδιαίτερη αξία.
Το «Χρυσό Γιουάν» δεν χρειάζεται να σημαίνει κανόνα του χρυσού
Η πιο ενδιαφέρουσα εκδοχή της θεωρίας δεν είναι ότι το RMB θα γίνει «χρυσό νόμισμα».
Είναι ότι μπορεί να δημιουργηθεί ένα οικοσύστημα όπου το RMB, ο χρυσός και οι κινεζικές χρηματοπιστωτικές αγορές συνδέονται στενότερα.
Η Κίνα διαθέτει σημαντικές υποδομές στην αγορά χρυσού, ενώ το Shanghai Gold Exchange έχει εξελιχθεί σε κομβικό σημείο της παγκόσμιας αγοράς του πολύτιμου μετάλλου.
Εάν παράλληλα αυξάνεται η διεθνής χρήση του RMB, τότε ο χρυσός μπορεί να λειτουργήσει ως ένα ουδέτερο αποθεματικό περιουσιακό στοιχείο μέσα σε ένα ευρύτερο κινεζικό χρηματοπιστωτικό οικοσύστημα.
Αυτό είναι πολύ διαφορετικό από έναν κανόνα του χρυσού αλλά ενδεχομένως πολύ πιο ρεαλιστικό.

Το μεγαλύτερο εμπόδιο είναι η ίδια η Κίνα
Υπάρχει όμως ένα σημαντικό πρόβλημα.
Για να γίνει ένα νόμισμα πραγματικό παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα, δεν αρκεί να χρησιμοποιείται στις εμπορικές συναλλαγές.
Οι διεθνείς επενδυτές πρέπει να μπορούν να αγοράζουν, να επενδύουν και να αποσύρουν κεφάλαια με μεγάλη ευκολία.
Εδώ η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικούς περιορισμούς στην κίνηση κεφαλαίων.
Αυτό δημιουργεί μια θεμελιώδη αντίφαση.
Το Πεκίνο θέλει να διεθνοποιήσει το γιουάν, αλλά ταυτόχρονα θέλει να διατηρεί μεγάλο βαθμό ελέγχου πάνω στη χρηματοπιστωτική του αγορά.
Όσο αυτή η ισορροπία παραμένει, είναι δύσκολο το γιουάν να αποκτήσει την ίδια λειτουργία με το δολάριο.
Το RMB μπορεί, ωστόσο, να γίνει ένα εξαιρετικά σημαντικό νόμισμα εμπορίου και χρηματοδότησης χωρίς να γίνει το κυρίαρχο παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα.
Η Ευρώπη είναι αντιμέτωπη με μια ενδιαφέρουσα αντίφαση
Η είσοδος της Deutsche Bank σε αυτόν τον ρόλο αποκαλύπτει και ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό δίλημμα.
Η Γερμανία και η Ευρωπαϊκή Ένωση θέλουν να μειώσουν στρατηγικές εξαρτήσεις από την Κίνα.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μπορούν ή θέλουν να εγκαταλείψουν τις εμπορικές σχέσεις με τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου.
Έτσι, το ευρωπαϊκό «de-risking» (απομείωση του ρίσκου) δεν σημαίνει απαραίτητα «decoupling» (αποσύνδεση).
Η Ευρώπη μπορεί ταυτόχρονα να μειώνει ορισμένες στρατηγικές εξαρτήσεις και να δημιουργεί καλύτερες χρηματοπιστωτικές υποδομές για τις εμπορικές σχέσεις που εξακολουθούν να υπάρχουν.
Η Deutsche Bank βρίσκεται ακριβώς σε αυτό το σημείο τομής.
Οι τέσσερις κρίσιμες εξελίξεις
Η πραγματική σημασία της εξέλιξης θα φανεί όχι από την ίδια την ανακοίνωση αλλά από το τι θα ακολουθήσει.
Πρώτον, θα πρέπει να παρακολουθήσουμε το μερίδιο του RMB στο διεθνές εμπόριο και στις διασυνοριακές πληρωμές.
Δεύτερον, την ανάπτυξη του CIPS και τη συμμετοχή περισσότερων ξένων τραπεζών.
Τρίτον, την εξέλιξη των ομολόγων σε γιουάν και γενικότερα των κινεζικών assets που αγοράζουν ξένοι επενδυτές.
Τέταρτον, τη χρήση του γιουάν στην τιμολόγηση commodities (εμπορευμάτων).
Αυτό θα ήταν πολύ σημαντικότερο βήμα από την ίδια την είσοδο μιας ευρωπαϊκής τράπεζας στο clearing.
Και πέμπτον, τον χρυσό.
Εάν συνεχιστεί η τάση των κεντρικών τραπεζών να αυξάνουν τα αποθέματα χρυσού, ενώ παράλληλα μειώνεται σταδιακά η σχετική εξάρτηση από το δολάριο, τότε η θέση του χρυσού ως «ουδέτερου» reserve asset θα ενισχυθεί περαιτέρω.
Ποια είναι η «μεγάλη εικόνα» για τη νομισματική πολιτική
Η Deutsche Bank δεν αποτελεί από μόνη της απειλή για το δολάριο.
Αποτελεί όμως ένα ακόμη κομμάτι μιας πολύ μεγαλύτερης διαδικασίας.
Η Κίνα δεν χρειάζεται να αντικαταστήσει το δολάριο για να αλλάξει το παγκόσμιο νομισματικό σύστημα.
Αρκεί να δημιουργήσει ένα αρκετά μεγάλο εναλλακτικό οικοσύστημα γύρω από το RMB, το CIPS, το κινεζικό εμπόριο, τις αγορές κεφαλαίου και, δυνητικά, τον χρυσό.
Αυτό οδηγεί σε μια διαφορετική εικόνα από την κλασική αφήγηση της «πτώσης του δολαρίου».
Η πιο πιθανή εξέλιξη είναι μια σταδιακή μετάβαση από ένα σύστημα όπου το δολάριο βρίσκεται σχεδόν παντού στο κέντρο, σε ένα σύστημα όπου υπάρχουν περισσότερα νομισματικά και χρηματοπιστωτικά κέντρα.
USD, EUR, RMB και χρυσός μπορεί να αποκτήσουν διαφορετικούς ρόλους μέσα σε αυτή τη νέα αρχιτεκτονική.
Το κρίσιμο ερώτημα για την επόμενη δεκαετία, επομένως, δεν είναι αν το RMB θα «καταστρέψει» το δολάριο. Αυτό είναι μάλλον απίθανο.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι πόσο μεγάλο μέρος του παγκόσμιου εμπορίου, της χρηματοδότησης και των αποθεματικών θα μπορεί να πραγματοποιείται χωρίς να χρειάζεται υποχρεωτικά να περάσει από το δολαριακό σύστημα.
Εάν η απάντηση είναι «όλο και περισσότερο», τότε η σημερινή εξέλιξη με τη Deutsche Bank μπορεί να αποδειχθεί, εκ των υστέρων, πολύ πιο σημαντική από όσο φαίνεται σήμερα.
Και σε αυτό το σενάριο ο χρυσός ίσως αποτελέσει τον πιο ενδιαφέροντα συνδετικό κρίκο: όχι ως επιστροφή στον κλασικό κανόνα του χρυσού, αλλά ως ένα ουδέτερο αποθεματικό περιουσιακό στοιχείο σε έναν κόσμο όπου καμία μεγάλη δύναμη δεν θέλει πλέον να εξαρτάται απόλυτα από το νόμισμα μιας άλλης.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών